Ταχυδρομείο, Καλλιθέα. Κόσμος, καθ΄ότι Δευτέρα η χειρότερη μέρα. ‘Ενας πιτσιρικάς κάθεται σε μια καρέκλα όταν παρατηρεί έναν ηλικιωμένο κύριο να στέκεται. Σηκώνεται και του παραχωρεί ευγενικά τη θέση του. Ο κύριος τον στραβοκοιτάζει και τον αρχίζει στα μπινελίκια. «Που με λες γέρο, που με προσβάλλεις ότι δε μπορώ να σταθώ, που θέλετε να πεθάνουμε αλλά εγώ δε θα σας κάνω τη χάρη».
Ο πιτσιρικάς κάθεται πάλι στη θέση του απορώντας μαζί με την ομήγυρη για το ξέσπασμα του παππού. Πιστεύει ότι το θέμα έχει λήξει αλλά πλανάται πλάνην οικτρά. Σε λίγο, σαν τις παλιές καλές εποχές που βλέπαμε τους «Γίγαντες του Κατς» ( πάρτε μία γεύση εδώ στο άρθρο), μπαίνει στην αρένα ο δεύτερος παλαιστής.
Αυτή τη φορά πρόκειται για ηλικιωμένη κυρία. Κάνει σκανάρισμα του χώρου και διαπιστώνει ότι ο μικρότερος σε ηλικία είναι ο ίδιος νεαρός. Στέκεται σαν το χάρο πάνω από το κεφάλι του και τον κοιτάζει επιτιμητικά. Αυτός, καμένος από το κουρκούτι φυσάει το γιαούρτι, και δε σηκώνεται. Τότε η κυρία τον αρχίζει στον εξάψαλμο. «Που δε σηκώνεσαι να κάτσω μεγάλη γυναίκα, που χάθηκε ο σεβασμός, που θα μας πεθάνετε αλλά εγώ είμαι Μικρασιάτισσα και γερό κόκκαλο».
Το κερασάκι στην τούρτα, ο προηγούμενος ηλικιωμένος κύριος τα βάζει επίσης με το νεαρό που δεν παραχωρεί τη θέση του στους μεγαλυτέρους του. Ο μικρός, αφού σταυροκοπιέται, βγαίνει έξω από το υποκατάστημα. Συμπέρασμα, όταν βρίσκεστε σε ταχυδρομείο και τέτοιους χώρους, ΜΗΝ κάθεστε ποτέ.