Ήτανε μια φορά ένας άντρας και μια γυναίκα και είχαν στην κατοχή τους έναν τράγο κι ένα κριάρι. Μιας όμως και κανένα από τα δύο ζώα δεν κατέβαζε γάλα (και προφανώς δεν έκαναν για επιβήτορες) αποφάσισαν να τα ξεφορτωθούν. Τους ανακοίνωσαν λοιπόν ότι τα διώχνουν από το σπίτι.
Εδώ πρέπει να σημειώσετε ότι στη σλάβικη παράδοση, τα ζώα συμπεριφέρονται και αντιμετωπίζονται συχνά ως άνθρωποι. Ο τράγος και το κριάρι (που ήταν καλοί φίλοι) παίρνουν τα μάτια τους μαζί μ’ ένα άδειο σακίδιο και φεύγουν, να ψάξουν για την τύχη τους. Στο δρόμο βρίσκουν ένα κομμένο κεφάλι λύκου. Το κριάρι ήταν πολύ δυνατό, χωρίς να είναι πολύ γενναίο. Ενώ ο τράγος ήταν πολύ γενναίος, χωρίς να είναι πολύ δυνατός.
-Μάζεψέ το εσύ που είσαι δυνατός, ο τράγος στο κριάρι.
-Όχι, μάζεψέ το εσύ, ανταπάντησε εκείνο.
Τελικά σήκωσαν μαζί το κεφάλι και το έβαλαν στο σάκο. συνέχισαν έτσι το δρόμο τους ώσπου τους έπιασε η νύχτα. Ψάχνοντας για καταφύγιο, είδαν στο βάθος να καίει μια φωτιά.
-Να εκεί θα περάσουμε το βράδυ μας, είπαν με μια φωνή.
Πλησιάζοντας όμως, είδαν ότι γύρω από τη φωτιά να κάθονται τρεις λύκοι και να βράζουνε χυλό σε μια χύτρα.
-Βρε καλώς τα κουμπαράκια, τους είπαν οι λύκοι. Είστε ό,τι πρέπει για τη χύτρα μας.
Το κριάρι άρχισε να τρέμει, αλλά και ο τράγος δεν πήγαινε πίσω. Παρ’ όλα ταύτα του λέει με στιβαρή φωνή.
-Για φέρε μου σε παρακαλώ το κεφάλι του λύκου από το σακί.
Το κριάρι βγάζει το κεφάλι και του το δίνει.
-Όχι αυτό, του λέει ο τράγος. Το άλλο, το πιο μεγάλο.
Το κριάρι το βάζει πάλι πίσω και το ξαναβγάζει.
-Ούτε αυτό. Το άλλο, το πιο χοντρό.
Τώρα ήταν η σειρά των λύκων ν’ αρχίσουν να τρέμουν. Που να τολμήσουν να φάνε τέτοια παλληκάρια. Στο μυαλό τους ήταν μόνο το φευγιό. Την αρχή έκανε ο γεροντότερος.
-Πάω να φέρω λίγο νερό ακόμη για το χυλό μας, είπε και έφυγε τρέχοντας.
Δεύτερος, σηκώθηκε ο μεσαίος.
-Μα τι κάνει τόσην ώρα; Καλύτερα να πάω να τον βοηθήσω, κι από δω παν κι οι άλλοι.
Έμεινε πίσω ο μικρός ψάχνοντας την ευκαιρία του να την κοπανήσει.
-Α, τους τεμπελχανάδες. Θα πάω να τους βρω και θα έχω κι ένα ξύλο μαζί μου, να τους δείξω εγώ.
Εξαφανίστηκε και ο τζούνιορ. Ο τράγος και το κριάρι έφαγαν το χυλό και κατόπιν σκαρφάλωσαν σε ένα δέντρο να κοιμηθούν. Στο μεταξύ οι λύκοι ήλθαν στα συγκαλά τους. Θυμωμένοι γυρίσαν πίσω στη φωτιά κι αρχίσαν να ψάχνουν τριγύρω. Αλλά μάταια, λες και τους είχε καταπιεί η γη.
Ο πρωτότοκος, ξάπλωσε κάτω από το δέντρο για να σκεφτεί καλύτερα, χωρίς να φανταστεί ότι ακριβώς από πάνω του ήταν αυτοί που έψαχναν. Ο τράγος, βλέποντάς τους, αποφάσισε να τελειώσει μια και καλή μαζί τους. Φώναξε λοιπόν, αλλάζοντας τη φωνή του.
-Για πιάσε από τα πόδια αυτόν που ξαπλώνει και φέρτον μου εδώ.
Ακούγοντας οι λύκοι τη φωνή από το πουθενά, έφυγαν τρέχοντας με τέτοια ορμή που μόνο σκόνη έμεινε πίσω τους. Όσο για τους φίλους μας, έχτισαν μια καλύβα στη ρίζα του δέντρου και ζουν εκεί μέχρι σήμερα.
Ακόμη ένα «παραμύθι» εδώ.