Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Ινδός πρίγκηπας που ξαφνικά του κόπηκε η όρεξη.
Ο πατέρας του ο Μαχαραγιάς έκανε τα πάντα. Τι μάγειρες έφερε να του φτιάξουν τα καλύτερα φαγητά, τι γιατρούς να τον εξετάσουν, τι σαλτιμπάγκους να τον διασκεδάσουν, αυτός μπουκιά δεν έβαζε στο στόμα του. Μέχρι τον άγιο ασκητή της περιοχής έφτασε, αυτόν που σεβόταν και τρέμανε όλοι, για να ζητήσει βοήθεια.
Εκείνος σταυροπόδι επάνω στο κρεβάτι από καρφιά, έπεσε σε ύπνο βαθύ και όταν ξύπνησε είχε τη λύση. Για να ξαναβρεί ο πρίγκηπας την όρεξή του έπρεπε να φάει γλυκό ψωμί. Ο Μαχαραγιάς τον ευχαρίστησε κι έτρεξε αμέσως πίσω στο παλάτι να διατάξει το ζαχαροπλάστη του να φτιάξει το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου.
Εκείνος βάζοντας όλη του την τέχνη έφτιαξε ψωμί με κάθε είδους γλυκαντικό γνωστό στον άνθρωπο αλλά ο πρίγκηπας αρνούνταν ακόμη να φάει. Ο Μαχαραγιάς έπεσε να πεθάνει από τον καημό του, όταν ένας γέροντας σύμβουλος του παλατιού του είπε ότι έχει αυτός μια θεραπεία. Για να πετύχει όμως θα έπρεπε ο πρίγκηπας να τον ακολουθήσει και να κάνει ό,τι του πει.
Έτσι κι έγινε. Οι δυο άντρες κίνησαν ένα πρωί και μετά από αρκετό περπάτημα έφτασαν σ’ ένα χωράφι γεμάτο σιτάρι.
-Δεν καταλαβαίνω, είπε ο πρίγκηπας, τι δουλειά έχουμε δω;
-Υπομονή, απάντησε ο σύμβουλος, και σύντομα θα καταλάβεις. Άιντε, πιάσε το δρεπάνι και ξεκίνα να θερίζεις.
Ο νέος υπακούοντας ξεκίνησε τη δουλειά. Άμαθος όπως ήταν του πήρε ώρα για να θερίσει λίγα στάχια με τα χέρια του να γεμίζουν φουσκάλες και τον ιδρώτα να τρέχει ποτάμι από το μέτωπό του. Ο σύμβουλος καθόταν στη σκιά και τον κοίταζε.
-Εντάξει, του είπε κάποια στιγμή, φτάνει το θέρισμα. Τώρα πάμε στο αλώνι.
-Σα να πείνασα λίγο, έχει κάτι να τσιμπήσουμε;
-Όχι ακόμη, να πιες λίγο νερό αν θες.
Ο πρίγκηπας ρούφηξε δυο γουλιές, πήρε τα σπαρτά και τα πήγε στο αλώνι. Εκεί αφού το άλογο πάτησε καλά καλά τα δεμάτια, πήρε το δικράνι και ξεχώρισε την ήρα από το σιτάρι. Με τους ώμους του να πονάνε πλησίασε το σύμβουλο.
-Πάει κι αυτό, να φάμε κάτι τώρα;
-Έχουμε καιρό. Βάλε τον καρπό στο σακί, πήγαινέ το στο μύλο και όταν ο μυλωνάς το αλέσει φέρτο πίσω. Εγώ θα σε περιμένω εδώ.
Με το σακί στον ώμο ανέβηκε την ανηφόρα μέχρι το μύλο. Εκεί περίμενε ωσότου ο μυλωνάς το κάνει αλεύρι και στη συνέχεια γύρισε αγκομαχώντας.
-Να και το αλεύρι, θα φάμε επιτέλους;
-Μη βιάζεσαι. Πρέπει πρώτα να πάρεις το αλεύρι, να το ζυμώσεις, να το βάλεις στο φούρνο και να το ψήσεις.
Ο πρίγκηπας ζύμωσε όλο το αλεύρι σε φρατζόλες, το έβαλε στο φούρνο κι εξουθενωμένος πλέον περίμενε έως ότου ψηθεί το ψωμί. Όταν επιτέλους ήταν έτοιμο το βούτηξε καυτό όπως βγήκε από το φούρνο και άρχισε να το μασουλά λαίμαργα.
Και μα το Θεό, δεν είχε ξαναφάει πιο γλυκό ψωμί.
Σχόλια 1